H στόχευση του περιοδικού

Το περιοδικό Diadromē αποτελεί μια νέα πρόταση στον χώρο της έρευνας, στο πλαίσιο των ανθρωπιστικών επιστημών που ενδιαφέρεται για τον θεολογικό και φιλοσοφικό διάλογο με την εν γένει επιστημολογία.

Λαμβάνει υπόψη του την ανάγκη για τη βιωματική συγγραφή, που σκοπό έχει να αναδείξει μέσα από τον τεκμηριωμένο επιστημονικό λόγο διάφορες πτυχές των ερευνών στον σύγχρονο κόσμο με την ελευθερία της αποδεικτικής γνώμης των συγγραφέων.

 

Ευελπιστεί να περιχωρήσει με αισθητική δημιουργική περιβολή τον διάλογο επί ερωτημάτων και αναζητήσεων που αφορούν την ανθρωπότητα στο φυσικό της περιβάλλον, κατά τη σχέση του ανθρώπου με τα υπαρξιακά ενδιαφέροντα που ενδιαφέρουν τις ανθρωπιστικές επιστήμες.

 

Στις σελίδες του προτίθεται να προκρίνει με κριτήρια επιστημονικής αξιολόγησης μελέτες και άρθρα θεολογικού, φιλοσοφικού και εν γένει ανθρωπολογικού ενδιαφέροντος, ελληνόγλωσσα και ξενόγλωσσα.

Επίσης, έχει ως επιδίωξη να εκζητά διάλογο και με τις ανθρωπιστικές επιστημονικές συμβολές που προέρχονται από τις προτάσεις των θετικών επιστημών και προβληματισμών τους, στον βαθμό που αναγνωρίζουν τον εποπτικό θεολογικό και φιλοσοφικό λόγο ως λόγο εποικοδομητικό υπέρ της βαθύτερης κατανόησης του ανθρώπου και του κόσμου.

 

Ως εκ των ανωτέρω, ακόμη και δοκίμια πολιτιστικού λογοτεχνικού χαρακτήρα, αλλά και παρεμβάσεις στην τρέχουσα πραγματικότητα της κοινωνικοπολιτικής ζωής, οφείλουν να βρουν στον χώρο “Λεκτέον” (dicendum est) το δικό τους πεδίο έκδοσης, για να αποτελούν έτσι το συμπλήρωμα πνευματικού διαλόγου και θησαυρισμού σε έναν ζωντανό προβληματισμό που προσφέρεται στους αναγνώστες για κριτική σκέψη και διάλογο.

 

 

Μαρία Ράντζου, Επ. Καθηγήτρια Α.Π.Θ.

Ιωάννης Κουρεμπελές, Καθηγητής Α.Π.Θ.        

 

Περίληψη
Τρέχοντος
Τεύχους

Στο παρόν τεύχος, αρχικά, παρουσιάζεται η άποψη του Αυγουστίνου σχετικά με τη θέαση του Θεού, μια θέση που άσκησε καθοριστική επιρροή στη διαμόρφωση της Λατινικής Θεολογίας και η οποία τοποθετείται σε σαφή αντιπαραβολή προς την ελληνική θεολογική παράδοση, όπως αυτή εκφράζεται στο έργο του Γρηγορίου Παλαμά, ο οποίος υποστήριξε τη δυνατότητα άμεσης εμπειρίας του ακτίστου φωτός. Στο ίδιο πλαίσιο θεολογικού και φιλοσοφικού προβληματισμού, εξετάζεται στη συνέχεια η «Φόνισσα» του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη ως χαρακτηριστικό σημείο συνάντησης του αρχαιοελληνικού και του χριστιανικού πεσιμισμού. Επίσης, αναλύονται αγιολογικά κείμενα της Παλαιολόγειας περιόδου, τα οποία προσεγγίζονται όχι μόνο ως πνευματικά αναγνώσματα, αλλά και ως πολύτιμες ιστορικές πηγές κοινωνικής κριτικής. Εν συνεχεία, μελετάται το έργο του Αλ. Κοσματόπουλου, με έμφαση αφενός στη διαχρονική παρουσία της βίας στην ιστορική εμπειρία και αφετέρου στην ανάδειξη της ησυχαστικής άσκησης ως εναλλακτικής πνευματικής στάσης. Στο θεολογικό αυτό πλαίσιο, υπογραμμίζεται ότι το Βάπτισμα συνιστά το θεμέλιο της ένταξης του πιστού στο εκκλησιαστικό σώμα και οφείλει να συνδέεται άρρηκτα με την ορθόδοξη πίστη. Τέλος, παρουσιάζεται η μεταμοντέρνα θεωρία της «αδύναμης σκέψης» του Gianni Vattimo, η οποία εισηγείται ένα πρότυπο χριστιανισμού απαλλαγμένου από μεταφυσικές βεβαιότητες, θεμελιωμένου πρωτίστως στην αγάπη και τον διάλογο.

Τα περιεχόμενα των μελετών συνοψίζονται παρακάτω:

 

Fr Patrick B. O’ Grady: Το άρθρο παρουσιάζει τα βασικά πορίσματα της έρευνας του O’ Grady σχετικά με τη διδασκαλία του Αυγουστίνου για τη θέα του Θεού με έμφαση στη Μεταμόρφωση του Χριστού. Ο Αυγουστίνος παρουσιάζεται να αρνείται την ύπαρξη αληθινών θεοφανειών, αντιλαμβανόμενος τη θεία «όραση» ως μεσολαβημένη αποκάλυψη μέσω κτιστών στοιχείων που μεταδίδουν μια θεία αλήθεια. Αφού αναλύεται η γενική διδασκαλία του Αυγουστίνου και η ερμηνεία του στη Μεταμόρφωση, αναδεικνύεται η καθοριστική επιρροή της θέσης αυτής στη λατινική χριστιανική παράδοση. Τέλος, προαναγγέλλεται η αντιπαραβολή με την ελληνική χριστιανική θεολογία του 14ου αιώνα και τη διδασκαλία του Γρηγορίου Παλαμά, μέσω της οποίας αποκαλύφθηκαν και διορθώθηκαν οι αδυναμίες της αυγουστίνειας-λατινικής προσέγγισης.

 

Ιωάννης Γ. Πήλιουρης: Η «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη εξετάζεται υπό το πρίσμα του αρχαιοελληνικού και ιουδαιοχριστιανικού πεσιμισμού, καθώς και της συναφούς αντίληψης του θανάτου ως φυσικής κατάληξης της ζωής. Αναδεικνύεται ότι η απαισιόδοξη κοσμοαντίληψη του συγγραφέα ευθυγραμμίζεται, έστω και ασυνείδητα, με αντίστοιχες ιδέες που απαντούν τόσο στην αρχαιοελληνική όσο και στη χριστιανική σκέψη. Ειδικότερα, η «Φόνισσα» μπορεί, κατ’ αναλογία, να συσχετιστεί με ιδέες που συναντώνται στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, στη σκέψη του Σωκράτη και στη θεολογία του Αποστόλου Παύλου. Τέλος, η απαισιοδοξία σε συνδυασμό με τη «φιλία του θανάτου» επηρεάζει όχι μόνο το έργο, αλλά και τον φιλοσοφικό ορισμό της ίδιας της φιλοσοφίας ως «μελέτης θανάτου», σύμφωνα με τον Πλάτωνα και τη χριστιανική ασκητική θεολογία.

 

Σπυρίδων Π. Παναγόπουλος: Το κείμενο εξετάζει τα αγιολογικά κείμενα της παλαιολόγειας περιόδου ως πηγές για την κατανόηση των κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων του ύστερου Βυζαντίου. Η αγιογραφία μετά το 1261 δεν περιορίζεται σε λατρευτικούς σκοπούς, αλλά συνδέεται με ζητήματα όπως η ένωση των Εκκλησιών, ο Ησυχασμός, οι Νεομάρτυρες και η κοινωνική δικαιοσύνη. Οι άγιοι παρουσιάζονται ως υπερασπιστές της Ορθοδοξίας και ταυτόχρονα ως κοινωνικοί κριτές της αδικίας, της φτώχειας και της διαφθοράς. Οι λόγιοι αγιογράφοι αποτυπώνουν τις εντάσεις μεταξύ εκκλησιαστικής και αυτοκρατορικής εξουσίας, προβάλλοντας την Εκκλησία ως προστάτιδα του λαού. Έτσι, η αγιογραφία λειτουργεί τόσο ως ιστορική πηγή όσο και ως μέσο ιδεολογικής νομιμοποίησης της εκκλησιαστικής παρουσίας.

 

π. Δημήτριος Αβδελάς: Η μελέτη εξετάζει δύο βασικές παραμέτρους στο έργο του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου: τη διαχρονική παρουσία της βίας στην ανθρώπινη ιστορία και τον ησυχαστικό πολιτισμό της άσκησης όπως αποτυπώνεται στην ορθόδοξη παράδοση. Η ανάλυση επικεντρώνεται σε δύο βιβλία του συγγραφέα, «Ο Αγρός του Αίματος» και «Θηριομαχία», τα οποία αντιμετωπίζονται ως ενιαία μονογραφία. Στόχος είναι αφενός η ανάδειξη ιστορικών στοιχείων της βίας στη βυζαντινή και ελληνική ιστορία και αφετέρου η παρουσίαση της ησυχαστικής άσκησης ως πνευματικής απάντησης και υπέρβασής της.

 

Βασίλειος Ι. Τουλουμτσής: Το κείμενο εξετάζει το μυστήριο του Βαπτίσματος ως θεμέλιο της εκκλησιαστικής ένταξης των πιστών, τονίζοντας ότι το αληθινό βάπτισμα τελείται εντός της Εκκλησίας. Η αποδοχή βαπτισμάτων αιρετικών ή σχισματικών στο πλαίσιο της οικονομίας ερμηνεύεται ως εξαίρεση που δεν αναιρεί τα εκκλησιολογικά όρια. Επισημαίνεται ότι στη σύγχρονη θεολογία παρατηρείται παρανόηση της οικονομίας, η οποία οδηγεί σε εκκλησιολογικό σχετικισμό και στη θεωρία της βαπτισματικής εκκλησιολογίας, αποσυνδέοντας την εγκυρότητα του μυστηρίου από την ορθόδοξη πίστη και την κανονική ιερωσύνη.

 

Γεώργιος-Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης: Εξετάζεται η φιλοσοφία του Gianni Vattimo, εστιάζοντας στην «αδύναμη σκέψη» και στη χριστιανική πίστη όπως επανανοηματοδοτείται μέσα από την εκκοσμίκευση και τον μεταμοντέρνο μηδενισμό. Ο Vattimo, επηρεασμένος από τον ύστερο Heidegger, απορρίπτει τη μεταφυσική θεμελίωση και προτείνει μια πίστη ερμηνευτική, χωρίς απόλυτες βεβαιότητες, που βασίζεται στον διάλογο και την κένωση. Η σωτηρία νοείται ιστορικά και ερμηνευτικά, όχι ως υπέρβαση. Η μέθοδός του, μέσω της μνήμης, της στρέψης και της pietas, οδηγεί σε έναν μη κυριαρχικό χριστιανισμό, όπου η αγάπη και το έλεος θεμελιώνουν την ελευθερία και τη συνύπαρξη. Ο συγγραφέας, τέλος, αντιπαραβάλλει την φιλοσοφία του Vattimo με την Ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση.

image
0