Νίκος Μαυρίδης
Από τον Πουριτανικό Ναρκισσισμό στην Μεταμοντέρνα Κατάθλιψη
Οσημέραι, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης -παραλλήλως προς τον υπερβάλλοντα ναρκισσισμό- ανθεί η κριτική εναντίον του· άνθρωποι υποτιθεμένως αποκενωμένοι από το μέγιστο αμάρτημα της εγωπάθειας, στηλιτεύουν τη σύγχρονη εποχή ως ατομικιστική και ναρκισσιστική. Θα μπορούσαμε, άραγε, και εν προκειμένω να κάνουμε λόγο για μια οίηση της αυταπαρνήσεως ή για μια ειδωλόθυτο υπερηφάνεια;
Όταν συντηρητικοί και προοδευτικοί διαλέγονται στη δημόσια κονίστρα, δίδεται η εντύπωση πως οι δύο νικητές της τελευταίας τριακονταετίας ανταγωνίζονται για τη διεκδίκηση ενός «ηθικού πλεονεκτήματος», το οποίο είναι αδύνατον να εξαχθεί από έναν νικητή. Οι ηττημένοι, μάλλον σιωπηλοί, διάγουν βίον εσωτερικό και συμπληρώνουν το κάδρο της τρέχουσας, μείζονος καταθλιπτικής εποχής.
Αφενός, ιχνηλατείται η κατάθλιψη του νικητή, ο ανθρωπολογικός τύπος τον οποίον ο Ζιράρ αποκαλούσε «απογοητευμένο δεσπότη»· ο νικητής που αδυνατεί να διαχειριστεί την αδιάλειπτη επικράτησή του. Αφετέρου, διακρίνεται ο ηττημένος, ο οποίος έχει ενδυθεί τον Χριστό σε τέτοιο βάθος, ώστε αποποιείται τη μνησίκακη εκδίκηση έναντι των τροπαιούχων. Έτσι παίρνει το μέγα μυστικό μαζί του στον τάφο.
Συνιστά, βεβαίως, κοινό τόπο εδώ και δεκαετίες -αν όχι αιώνες- ότι το «Εγώ» διαστέλλεται από τον «Εαυτό», είτε αναφερόμαστε στην ψυχολογία είτε στη φιλοσοφία, προεξαρχούσης της μεταεγελιανής και χαϊντεγκεριανής σκέψης. Η προβληματική αυτή, εμβολίασε αναποδράστως και τη θεολογία· ιδίως εκείνη του Υπαρξισμού και, κατ’ εξοχήν, την εγχώρια θεολογία του Προσώπου.
Το «Εγώ» καταδικάζει στη μόνωση, ενώ ο «Εαυτός» συνιστά τη συντριβή της εγωπάθειας, τη «σχέση» με τον Θεό και τον Έτερο, το «Πρόσωπο». Η παραδοχή αυτή εγκυμονεί έναν επικίνδυνο πειρασμό: να εκμηδενιστεί ακόμη και ο Εαυτός, στην προσπάθεια να εκριζωθεί το «Εγώ» από την αβυσσαλέα κακοήθεια που διαπνέει τη δράση του.
Σε αυτή την περίπτωση, το «Εγώ» αναδύεται θριαμβικό· διότι, εν τη απουσία του Προσώπου, η ύπαρξη αξιώνει μια ταυτότητα, έστω και τη χείριστη: το πάθος της ισχύος, επενδυμένο με την ηθική της επιβίωσης. Άλλωστε, ανέκαθεν η ύπαρξη εξελαμβάνετο ως ένας αγώνας αυτοσυντήρησης που προϋπέθετε νικητή και ηττημένο. Ειδάλλως, προέβαλλε το αδιανόητο για τον νου Μηδέν.
Και ο ηττημένος ενσάρκωνε ανέκαθεν τον εκ των κάτω “Άριστον”· το Πρόσωπο, τον ίδιο τον Χριστό. Μπορεί κανείς να θυμηθεί την ταινία του Ρόι Άντερσον, «Τραγούδια από τον Δεύτερο Όροφο» (Songs from the Second Floor / Sånger från andra våningen, 2000). Σε μια σουρρεαλιστική σκηνή, ένας επιχειρηματίας αποπειράται να πλουτίσει εμπορευόμενος τον Χριστό. Φρονεί ότι η επερχόμενη “καταστροφή” των καιρών θα αύξανε τη ζήτηση για θρησκευτικά σύμβολα, αλλά αποτυγχάνει παταγωδώς. Στο τέλος, εμφανίζεται σε έναν σκουπιδότοπο να πετάει εκατοντάδες Εσταυρωμένους, διαφόρων μεγεθών, αναρωτώμενος χαρακτηριστικά: “Πώς μπορείς να βγάλεις χρήματα από έναν ολικώς αποτυχημένο, από έναν εσταυρωμένο;”.
Ο Ναρκισσισμός ως Πανηδονισμός
Ο μεταμοντέρνος, πανηδονιστικός ναρκισσισμός αποτελεί γνήσιο, όσο και παράδοξο, παράγωγο του Πουριτανισμού. Καθώς αποθέωσε τον πλουτισμό ως σωτηριολογικό δόγμα και τεκμήριο, ο Πουριτανός παρέπεμπε εξαρχής στην ανθρώπινη τελειότητα, ως δείγμα της θείας επιλογής του, εντός της «οικονομίας της σωτηρίας».
Η σωτηριολογική αυτή οικονομία μετέπεσε σταδιακά από τον χριστιανικό ασκητισμό της αμερικανικής παραγωγικότητας στη συνακόλουθη καταναλωτική τελειομανία ενός εργασιακού «Υπερανθρώπου», ο οποίος πλέον σιτίζεται και κοιμάται εντός της επιχείρησης.
Από το σχήμα αυτό δεν απείχε ο σοβιετικός «σταχανοβισμός» του περίφημου εργάτη Σταχάνοφ -πρωταθλητή της υπερεργώδους εξόρυξης άνθρακα σε τελλουρικές στοές. Ο σταχανοβισμός συνιστούσε μια προτεσταντικού τύπου μετεξέλιξη της ανατολικής ορθοδοξίας και της περίφημης «Ενδιάμεσης Περιοχής» που τόνιζε ο ιστορικός Δ. Κιτσίκης στα, κατά τα άλλα «τολμηρά», γεωπολιτικά του οράματα.
Σε κάθε περίπτωση, αυτή η «προτεσταντική ορθοδοξία» εισήχθη και στα καθ’ ημάς μέσω Ρωσίας, ειδικά κατά τη μεταπολεμική περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Εξίσου πουριτανική αποδείχθηκε και η περίφημη σοβιετική σεξουαλική απελευθέρωση, η οποία επέτρεπε συγκεκριμένες στάσεις ως «πολιτικώς ορθές», βάσει μιας σοσιαλιστικά σχεδιασμένης «ερωτικής οικονομίας». Δεν ήταν, φυσικά, τυχαία η αφομοίωση της σοβιετικής πολιτικής ορθότητας από τον πανηδονιστικό πουριτανισμό του αριστεροφιλελεύθερου -αλλά και νεοφιλελεύθερου- Δημοκρατικού Κόμματος της εποχής Κλίντον.
Το ζεύγος Κλίντον συμβόλισε την αντιστροφή του πουριτανικού σχήματος του ρεπουμπλικανικού συντηρητισμού. Ο τελευταίος, μέσα από τις πολιτιστικές επαναστάσεις της ροκ μουσικής και τον υπερκαταναλωτισμό του «αμερικανικού ονείρου», παρέσυρε τα χρουτσοφικά σοβιετικά ανοίγματα. Έτσι, μια ρωσική κοινωνία λιτή, σπαρτιατική και έμπλεη πνεύματος πτωχείας, οδηγήθηκε σε ταχύτητες κατανάλωσης που προκάλεσαν το γνωστό γεωπολιτικό «έμφραγμα».
Προς την Κατάθλιψη
Όθεν, βεβαίως, και το δίδυμο αδελφάκι του ναρκισσιστικού Υπερανθρώπου: η κατάθλιψη. Διαβρώνει πρωτίστως τον νικητή, ο οποίος ηττάται από τη ματαιοδοξία του αιώνιου πρωταθλητισμού του, και ιδιαιτέρως τον κοινωνικά και οικονομικά πεπτωκότα. Καθώς ο απελπισμένος «Loοser» αδυνατεί να παρέμβει στο σχέδιο της σωτηρίας του -το οποίο είναι προδιαγεγραμμένο και σφραγισμένο- αποτυγχάνει συνακόλουθα να ενταχθεί στην εσχατολογική αιωνιότητα του Μετανθρώπου. Ο καταθλιπτικός σαπίζει αργά στην κάθιδρη αγωνία της αποτυχίας του, σημάδι μιας τελεσίδικης θεϊκής απόρριψης.
Ο μετανθρωπικός εκμηδενισμός της Φύσης αποτελούσε αρχεγόνως την εσχατολογική πίστη του Πουριτανού. Με τη Φύση να θεωρείται ανέκκλητα ημαρτημένη, ο Χρόνος προσωποποιείτο στον Θάνατο. Μόνο η τελειότητα του απείρου και της αιωνιότητας θα μπορούσε να διασώσει έναν κόσμο μολυσμένο από την αδαμιαία πτώση στον χρόνο.
Η αιωνιότητα αυτής της πτωτικής φύσης γεννούσε αυτό που ο Κίρκεγκωρ ονόμαζε “Ασθένεια προς Θάνατον”, ένα θνήσκειν άνευ θανάτου. Έτσι, ο Κίρκεγκωρ χώριζε τον κόσμο στις επικράτειες του Τελώνη και του Φαρισαίου: ο πρώτος, ο Τελώνης, αργυρώνητος συνεργάτης των Ρωμαίων και φορέας μιας θεσμοθετημένης διαφθοράς, θωρεί τον Θεό -όπως οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι- σκυμμένος στη μητέρα γη, με τεταπεινωμένο βλέμμα. Ο δεύτερος, ο Φαρισαίος, ανυπόλογος εγκάθετος ενός δαιδαλώδους και αναιτιώδους Νόμου, στρέφει το μάτι ψηλά προς τον Θεό και τον αντικρίζει ως ισόθεος, θεωρώντας πως η κατοχή του γράμματος του Νόμου τον εξαιρεί από την Κρίση Του.
Αυτό που έλειπε από την εξίσωση του Κίρκεγκωρ, ένεκα της προσήλωσης στην “εσωτερικότητα”, ήταν ο εργαζόμενος άνθρωπος· εκείνος που αν κλέψει, ως φτωχοδιάβολος, θα βρεθεί στην ειρκτή, κάτι που δεν ισχύει για τον Τελώνη και τον Φαρισαίο, μια και ο “Νόμος” τους παρέχει ασυλία έναντι του ιδίου του Νόμου. Εξ ου και η μεγάλη απορία του αιώνιου Γνωστικού -ενός, εν τέλει, ειλικρινούς Χριστιανού- για την “Απουσία του Θεού”, η οποία παραμένει το μεγάλο ερώτημα του Χριστιανισμού μέσα στο άνυσμα της ανθρώπινης ιστορίας.


